Για τις προτεινόμενες από το υπουργείο υποστηρικτικές δομές και την αποτίμηση

Η πρόταση του Υπουργείου Παιδείας για τις Δομές στήριξης, τον Προγραμματισμό και την Αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, καθώς και για τη λειτουργία της σχολικής μονάδας και την επιλογή στελεχών, αποτελεί αντικειμενικά μια μεγάλη παρέμβαση στη λειτουργία του δημόσιου σχολείου.

Για όλους αυτούς τους κρίσιμους τομείς, η ΟΛΜΕ μέσα από τα εκπαιδευτικά και συνδικαλιστικά της Συνέδρια έχει επεξεργαστεί θέσεις, ο πυρήνας των οποίων στηρίζεται  στην αναγκαιότητα δημιουργίας θεσμών λειτουργίας του δημόσιου σχολείου, με βάση τις αρχές της δημοκρατίας, της συλλογικότητας, της συνεργασίας των φορέων, και του αποφασιστικού ρόλου του Συλλόγου των καθηγητών για την ενίσχυση και τη στήριξη του εκπαιδευτικού έργου.

Αν και σε μια πρώτη εκτίμηση οι προτάσεις του Υπουργείου φαίνεται να ακουμπούν στη γενικότητά τους στις θέσεις της ΟΛΜΕ, πρέπει να δοθεί πολύ προσοχή στην παραπέρα εξειδίκευσή τους. Η εξαγγελλόμενη κατάργηση της ατομικής αξιολόγησης των εκπ/κών και της εξωτερικής αξιολόγησης των σχολείων, με ακύρωση του ΠΔ 152, είναι φανερό ότι έρχεται ως αποτέλεσμα του μεγάλου αγώνα που έδωσε το εκπ/κό κίνημα ενάντια στην αξιολόγηση-χειραγώγηση, ενός αγώνα που πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την πλήρη κατάργηση ολόκληρου  του αντίστοιχου θεσμικού πλαισίου.

Ταυτόχρονα όμως, είναι δεδομένο ότι,  στις σημερινές συνθήκες των μνημονίων και της Επιτροπείας και σε ένα αρκετά ρευστό πολιτικό σκηνικό, δεν μπορούν να μένουν γενικές διατυπώσεις σε ζητήματα στα οποία οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές θέλουν να δώσουν το δικό τους περιεχόμενο, όπως «σταδιακή αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος»,  «διαφοροποίηση», ή  «αυτόνομος σχεδιασμός και υλοποίηση του εκπ/κού έργου». Παράλληλα, ο προτεινόμενος συγκεντρωτισμός υποστηρικτικών δομών που μπορεί να οδηγήσει στη συρρίκνωσή τους, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά.

Με βάση τα παραπάνω, χρειάζεται να γίνει άμεσα μια μεγάλη εσωτερική συζήτηση στον κλάδο για την αποφασιστική και δυναμική του παρέμβαση, ώστε η νομοθέτηση τέτοιων βασικών αλλαγών να ανταποκρίνεται στις θέσεις της ΟΛΜΕ και στις πραγματικές ανάγκες του δημόσιου σχολείου.

Στο βαθμό που οι παρεμβάσεις του οργανωμένου κλάδου κατορθώσουν να αφήσουν τελικά το αποτύπωμα των θέσεών του –που είναι και ο βασικός στόχος την επόμενη περίοδο- θα πρόκειται για κατάκτηση του εκπαιδευτικού κινήματος, που θα διαμορφώσει ευνοϊκότερες συνθήκες για τη συνέχιση της διεκδίκησης ριζικών δημοκρατικών αλλαγών στη δημόσια εκπαίδευση.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούμε να εντοπίσουμε κομβικά σημεία του σχεδίου, στα οποία πρέπει κατά κύριο λόγο να στοχεύσουν οι παρεμβάσεις μας.

Τέτοια σημεία που πρέπει να προσεχτούν ιδιαίτερα, είναι:

  • Η κατάργηση όλου του υπάρχοντος πλαισίου της αξιολόγησης και η νομοθετική κατοχύρωσή της με ένα μη αμφισβητούμενο τρόπο, πράγμα που αποτελεί προϋπόθεση για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή.
  • Η κατάργηση του Καθηκοντολογίου, με θέσπιση νέου δημοκρατικού πλαισίου στο σύστημα διοίκησης και εποπτείας της εκπαίδευσης, η αναβάθμιση του ρόλου του Συλλόγου, η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στο σχεδιασμό και τη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής.
  • Ο ρόλος του Συλλόγου καθηγητών ως κυρίαρχου οργάνου σε όλα τα θέματα που αφορούν τη λειτουργία του σχολείου, να είναι αποφασιστικός και για την επιλογή του διευθυντή σχολικής μονάδας, ο οποίος ως αιρετός και ανακλητός από το Σύλλογο, θα έχει ρόλο συντονιστή και όχι διοικητικού στελέχους – μάνατζερ, και δεν θα αξιολογείται.
  • Η επιλογή των στελεχών της εκπαίδευσης (εκτός Διευθυντών σχολείων) να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και όχι σε αμφίδρομη ατομική αξιολόγηση.
  • Η λήψη μέτρων παιδαγωγικής και διδακτικής στήριξης του εκπ/κού και του έργου του, σε συνθήκες εργασιακής ασφάλειας, παιδαγωγικής ελευθερίας και συλλογικότητας, σε ένα δημοκρατικό σχολείο.
  • Ο προγραμματισμός και η αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου να διασφαλίζεται ως αποκλειστικά εσωτερική, δημοκρατική και συλλογική διαδικασία του Συλλόγου καθηγητών, χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση. Τα συμπεράσματα της αποτίμησης ως υλικό εσωτερικής ανατροφοδότησης,  δεν μπορεί να αποτυπώνονται  σε φόρμες και ποσοτικούς δείκτες, ούτε  να κοινοποιούνται σε εξωτερικά όργανα ή πρόσωπο, εισάγοντας έτσι τη γνωστή «αυτοαξιολόγηση» που οδηγεί στη σύγκριση και την κατηγοριοποίηση των σχολείων.
  • Να διασφαλίζεται ο ενιαίος χαρακτήρας της μόρφωσης (αναλυτικά προγράμματα) από παρεμβάσεις περιφερειακές ή τοπικές στο όνομα της «αποκέντρωσης», ή της ανταγωνιστικότητας που δημιουργούν  σχολεία διάφορων κατηγοριών και ταχυτήτων.
  • Να αποκλειστεί η οποιαδήποτε παρέμβαση άλλων φορέων (γονέων, φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης, κ.λπ.) στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης, στο εκπαιδευτικό έργο και τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό. Ο ρόλος του σχολικού Συμβουλίου να είναι διακριτός.
  • Η συγκέντρωση των υποστηρικτικών δομών σε ενιαία κέντρα, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αναπαράγει τη γραφειοκρατία, τη διοικητική ιεραρχία, την παθογένεια (πχ ΚΕΔΔΥ) και τελικά την υπολειτουργία τους ως προς την υποστήριξη μαθητών, εκπαιδευτικών και σχολείων. Απαραίτητος όρος  για τη σωστή και αποτελεσματική λειτουργία αυτών των δομών είναι προφανώς η πλήρης στελέχωσή τους, η μη συρρίκνωσή τους, ο καθορισμός του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των επιμέρους δομών-τμημάτων (χωρίς επικαλύψεις) και η δυνατότητα αυτενέργειάς τους.

Οι ΣΥΝΕΚ το επόμενο διάστημα, στην ΟΛΜΕ , στις ΕΛΜΕ και στα σχολεία θα δώσουν όλες τους τις δυνάμεις ώστε οι αγωνιστικές παρεμβάσεις του κλάδου, να οδηγήσουν σε δημοκρατικές-προοδευτικές αλλαγές, προς όφελος του δημόσιου σχολείου.

2017_10_31_ypostoriktikes_domes_apotimisi

Advertisements